Μέτρηση Οστικής Πυκνότητας ή DXA (Dual-Energy X-RayAbsorptiometry) είναι η εξέταση κατά την οποία γίνεται χρήση των ακτίνων Χ για τον προσδιορισμό της οστικής μάζας. Θεωρείται η καλύτερη εξέταση για τον έλεγχο της οστικής πυκνότητας και χρησιμοποιείται ευρέως στη διάγνωση της οστεοπόρωσης. Τα αποτελέσματα μιας μέτρησης οστικής πυκνότητας εκτιμώνται με τη χρήση των T-scores. Το T-score είναι μια ένδειξη για το πόσο υψηλότερη ή χαμηλότερη είναι η οστική σου πυκνότητα από την πυκνότητα οστού ενός υγιούς 30χρονου ενήλικα. Ο ιατρός συνήθως εκτιμά το χαμηλότερο T-score για να συμβουλέψει αν κάποιος έχει ή όχι οστεοπόρωση. Η σχέση γυναικών –αντρών για προβλήματα οστών είναι 4:1.
Η περιορισμένη μείωση της πυκνότητας των οστών ονομάζεται οστεοπενία ενώ η πιο εκτεταμένη ονομάζεται οστεοπόρωση. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας δύο μέρη του σώματος προσφέρονται για μέτρηση οστικής μάζας: (1) οι σπόνδυλοι της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και (2) το ισχίο. Είναι δυνατόν ωστόσο μέτρηση να γίνει και σε άλλο σημείο του σώματος (άπω τριτημόριο κερκίδας) αυτό όμως είναι πολύ πιο σπάνιο ενώ δεν υπάρχει η δυνατότητα να γίνεται σε όλα τα μηχανήματα οστικής πυκνότητας. Η εξέταση οστικής πυκνότητας είναι ανώδυνη, αναίμακτη και ασφαλής. Κατά την διάρκεια της εξέτασης ο εξεταζόμενος ξαπλώνει κάτω από ένα ειδικό σαρωτή, χωρίς να χρειαστεί να βγάλει τα ρούχα του. Ο σαρωτής μετακινείται κατά μήκος του εξεταζόμενου ώστε να απεικονίσει την περιοχή ενδιαφέροντος.
Η όλη διαδικασία δεν διαρκεί περισσότερο από 15 λεπτά.